ἱερόν

τὸ ἱερόν 1. жертвоприношение, жертва; 2. святилище

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἱερόν" в других словарях:

  • ἱερόν — neut nom/voc/acc sg ἱερός filled with masc acc sg ἱερός filled with neut nom/voc/acc sg ἱερός filled with masc/fem acc sg ἱερός filled with neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Οὐδὲν ἱερόν. — См. Ничего святого! …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἱερονίκας — ἱερον̱ίκᾱς , ἱερονίκης conqueror in the games masc acc pl ἱερον̱ίκᾱς , ἱερονίκης conqueror in the games masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερονικῶν — ἱερον̱ικῶν , ἱερονίκης conqueror in the games masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερονίκαισιν — ἱερον̱ίκαισιν , ἱερονίκης conqueror in the games masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερονίκης — ἱερον̱ίκης , ἱερονίκης conqueror in the games masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱερονίκου — ἱερον̱ίκου , ἱερονίκης conqueror in the games masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεροῖς — ἱερόν neut dat pl ἱερός filled with masc/neut dat pl ἱερός filled with masc/fem/neut dat pl ἱερόω consecrate pres opt act 2nd sg ἱερόω consecrate pres subj act 2nd sg ἱερόω consecrate pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεροῖσι — ἱερόν neut dat pl (epic ionic aeolic) ἱερός filled with masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἱερός filled with masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἱερόω consecrate pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἱερόω consecrate pres subj act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἱεροῖσιν — ἱερόν neut dat pl (epic ionic aeolic) ἱερός filled with masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἱερός filled with masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἱερόω consecrate pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) ἱερόω consecrate pres subj act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιερός — ή, ό, θηλ. και ά (ΑΜ ἱερός, ά, όν και ἱερός, όν, Α ιων. και ποιητ. τ. ἱρός, ή, όν, δωρ. τ. ἱαρός, αιολ. τ. ἶρος και ἴαρος) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον θεό ή στη λατρεία του και γενικά στη θρησκεία, άγιος, όσιος (α. «ιερό ευαγγέλιο» β.… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.